Δύο γυναίκες δολοφονήθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες στην Ελλάδα. Και μαζί τους επανήλθε η ίδια συζήτηση. Τι είναι τελικά η γυναικοκτονία, γιατί πρέπει να τη λέμε έτσι και αν πρέπει κάποτε να αποκτήσει ειδική θέση στον Ποινικό Κώδικα.
Μόνο που έχουμε αρχίσει να κάνουμε τη λάθος ερώτηση. Γιατί η ουσία δεν βρίσκεται πια στο αν η λέξη «γυναικοκτονία» είναι σωστή ή αν ακούγεται υπερβολικά πολιτική. Βρίσκεται στο τι μας επιτρέπει να δούμε όταν τη χρησιμοποιούμε, και κυρίως στο τι δεν βλέπουμε όταν επιμένουμε να μιλάμε απλώς για «ανθρωποκτονίες».
Στη Νέα Σμύρνη, μια 45χρονη γυναίκα δολοφονήθηκε από τον 48χρονο πρώην σύντροφό της, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσιεύματα, φέρεται να την παρακολουθούσε και να την είχε απειλήσει. Η σχέση τους είχε τελειώσει, όμως η δική του επιθυμία να μην τελειώσει φαίνεται πως δεν τελείωσε μαζί της.
Τρεις ημέρες αργότερα, στη Ροδόπη, ένας 53χρονος άνδρας σκότωσε τη σύζυγό του. Η Ελληνική Αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο άνδρας είχε συλληφθεί το 2022 για ενδοοικογενειακή απειλή σε βάρος του ίδιου θύματος. Η γυναίκα βρισκόταν, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, σε διαδικασία απομάκρυνσης από τον σύζυγό της.
Δύο διαφορετικές υποθέσεις. Δύο διαφορετικές γυναίκες. Ένα κοινό στοιχείο που θα έπρεπε να μας απασχολεί περισσότερο από το όπλο ή το μαχαίρι. Ο θάνατος δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.
Η γυναικοκτονία δεν αρχίζει όταν πέσει η πρώτη μαχαιριά
Η γυναικοκτονία είναι η ακραία κατάληξη μιας έμφυλης σχέσης εξουσίας. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) την ορίζει ως τη δολοφονία γυναίκας ή κοριτσιού εξαιτίας του φύλου της και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις δολοφονίες που προκύπτουν από βία νυν ή πρώην συντρόφου, αλλά και άλλες μορφές έμφυλης βίας.
Δεν σημαίνει, επομένως, ότι κάθε γυναίκα που δολοφονείται είναι αυτομάτως θύμα γυναικοκτονίας. Η λέξη περιγράφει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και έμφυλο πλαίσιο.
Και αυτό ακριβώς είναι που την κάνει χρήσιμη, επειδή μας αναγκάζει να κοιτάξουμε όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά και τη διαδρομή προς αυτό.
Την απειλή. Την καταδίωξη. Τον έλεγχο. Τη ζήλια. Την άρνηση του χωρισμού. Την προηγούμενη κακοποίηση. Την παραβίαση ορίων. Την πεποίθηση ότι ο άλλος άνθρωπος αποτελεί ιδιοκτησία που μπορεί να διεκδικηθεί, να τιμωρηθεί ή να εξαφανιστεί.
Η ίδια η UN Women και το UNODC (united nations office on drugs and crime) επισημαίνουν ότι η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών και συχνά ακολουθεί ένα προηγούμενο μοτίβο κακοποίησης. Το 2024 περίπου 50.000 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν παγκοσμίως από συντρόφους ή άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Μία γυναίκα περίπου κάθε δέκα λεπτά.
Κι έτσι η λέξη «γυναικοκτονία» αποκτά μια χρησιμότητα που είναι πολύ μεγαλύτερη από μια ορολογική διαμάχη.
Γιατί έχει σημασία πώς ονομάζουμε ένα έγκλημα
Η συζήτηση για τον όρο συχνά καταλήγει σε ένα σχεδόν μηχανικό επιχείρημα. «Μα δεν είναι όλες οι ζωές ίσες; Γιατί να υπάρχει διαφορετική λέξη;»
Φυσικά και είναι.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν η ζωή μιας γυναίκας αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός άνδρα. Το ζήτημα είναι αν ο τρόπος με τον οποίο δολοφονείται μπορεί να μας αποκαλύψει κάτι για το έγκλημα.
Και η απάντηση είναι ναι. Αν ένας άνδρας σκοτώνεται από έναν άγνωστο σε μια ληστεία και μια γυναίκα σκοτώνεται από τον πρώην σύντροφό της επειδή εκείνη αποφάσισε να φύγει από τη σχέση, έχουμε δύο ανθρωποκτονίες. Αλλά έχουμε και δύο διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα.
Το EIGE υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Ο ουδέτερος όρος «homicide» μπορεί να αποκρύπτει τις ανισότητες και τις σχέσεις εξουσίας που χαρακτηρίζουν τις δολοφονίες γυναικών λόγω φύλου. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει ιδιαίτερη σημασία στη συλλογή δεδομένων, επειδή χωρίς αξιόπιστη καταγραφή είναι εξαιρετικά δύσκολο να σχεδιαστούν πολιτικές πρόληψης.
Με άλλα λόγια, το να δώσεις όνομα σε ένα φαινόμενο είναι τρόπος να το μετρήσεις. Και ό,τι δεν μετριέται σωστά, δύσκολα προλαμβάνεται.
Το παράδοξο της Ελλάδας
Στην Ελλάδα η γυναικοκτονία δεν αποτελεί αυτοτελές αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα. Νομικά, οι συγκεκριμένες πράξεις διώκονται ως ανθρωποκτονίες. Η αναγνώριση του όρου, φυσικά, δεν θα σήμαινε αυτομάτως μεγαλύτερη ποινή, αφού η ανθρωποκτονία από πρόθεση ήδη τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινική μεταχείριση.
Άρα γιατί γίνεται όλη αυτή η συζήτηση;
Επειδή το ποινικό δίκαιο δεν αφορά μόνο το πόσα χρόνια θα περάσει κάποιος στη φυλακή. Αφορά και το τι αναγνωρίζει το κράτος ως ξεχωριστό μοτίβο εγκληματικότητας. Αφορά το τι καταγράφεται. Αφορά το τι ψάχνει η αστυνομία. Αφορά το τι εξετάζεται σε μια υπόθεση πριν φτάσουμε στο νεκροτομείο. Αφορά, τελικά, το αν η προηγούμενη απειλή, η παρακολούθηση, η ενδοοικογενειακή βία και ο βίαιος έλεγχος αντιμετωπίζονται ως ασύνδετα περιστατικά ή ως πιθανοί κρίκοι της ίδιας αλυσίδας.
Στην Ελλάδα, όπως έχει επισημανθεί και από το EIGE, δεν υπάρχει ειδικός νομικός ορισμός της γυναικοκτονίας, ενώ η καταγραφή του φαινομένου παραμένει προβληματική. Διαφορετικές πηγές χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πάντοτε μία ενιαία εικόνα για την έκταση του φαινομένου.
Και κάπου εδώ αλλάζει η ερώτηση
Πλέον η συζήτηση για τη γυναικοκτονία δεν θα πρέπει να ξεκινά από το «γιατί να μη λέμε απλώς ανθρωποκτονία;», αλλά από το τι χάνουμε όταν λέμε απλώς ανθρωποκτονία.
Η συζήτηση για τον όρο έχει εγκλωβιστεί στην ίδια τη λέξη. Το ζητούμενο όμως είναι αν αναγνωρίζουμε στις δολοφονίες γυναικών ένα επαναλαμβανόμενο κοινωνικό μοτίβο ή αν προτιμάμε να τις αντιμετωπίζουμε ως μια σειρά από μεμονωμένες εγκληματικές πράξεις.
Η διάκριση έχει σημασία ακριβώς επειδή η γυναικοκτονία δεν προϋποθέτει έναν συγκεκριμένο τρόπο θανάτου. Αυτό που την καθιστά διακριτό φαινόμενο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται. Η σχέση, η εξουσία, ο έλεγχος, η προηγούμενη βία, η αδυναμία του δράστη να αποδεχθεί την αυτονομία της γυναίκας. Δεν πρόκειται για στοιχεία που προστίθενται εκ των υστέρων σε μια ανθρωποκτονία για να της δώσουν πολιτικό πρόσημο. Είναι συχνά το ίδιο το υπόβαθρο του εγκλήματος.
Γι’ αυτό και η αξία του όρου δεν εξαντλείται στο αν θα ενταχθεί ή όχι ως αυτοτελής κατηγορία στον Ποινικό Κώδικα. Αφορά πρωτίστως το αν έχουμε τα εργαλεία να αναγνωρίζουμε, να καταγράφουμε και να μελετούμε ένα φαινόμενο που, χωρίς αυτή τη διάκριση, διαχέεται μέσα στη γενική κατηγορία της ανθρωποκτονίας.
Οι δύο γυναικοκτονίες αυτής της εβδομάδας δεν χρειάζονται μια ακόμη δραματική αφήγηση για να αποκτήσουν βάρος. Έχουν ήδη το βάρος τους. Αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι τι μας λένε πέρα από την τραγικότητα των ίδιων των περιστατικών. Πόσα από όσα προηγήθηκαν θεωρούμε σήμερα μεμονωμένα περιστατικά και πόσα θα μπορούσαμε, εκ των υστέρων, να δούμε ως μέρος μιας ευρύτερης ακολουθίας.
Η λέξη δεν σώζει από μόνη της καμιά μας
Το να θεσπιστεί η λέξη «γυναικοκτονία» δεν πρόκειται από μόνο του να σταματήσει τους φόνους. Δεν θα εμποδίσει έναν κακοποιητή να σηκώσει ένα όπλο. Δεν θα δημιουργήσει μαγικά ασφαλείς δομές, καλύτερη αστυνομική ανταπόκριση ή αποτελεσματικότερη προστασία.
Η ίδια η ευρωπαϊκή προσέγγιση στο ζήτημα δίνει έμφαση στην πρόληψη, στην έρευνα, στη δίωξη και κυρίως στη συστηματική συλλογή δεδομένων.
Η λέξη, όμως, μπορεί να μας υποχρεώσει να δούμε επιτέλους το μοτίβο. Γιατί κάθε γυναίκα που δολοφονείται δεν είναι ένα καινούργιο, ανεξήγητο γεγονός και σπάνια αρχίζει τη στιγμή που μια γυναίκα βρίσκεται νεκρή.
Το έγκλημα μπορεί να είναι η τελευταία πράξη, αλλά η βία που το προηγήθηκε μπορεί να είχε ξεκινήσει μήνες ή χρόνια πριν. Και αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για πρόληψη, πρέπει να κοιτάξουμε στον κίνδυνο που είχαμε ήδη μπροστά μας και δεν καταφέραμε ή δεν προλάβαμε ή δεν θελήσαμε να αναγνωρίσουμε. Και για αυτό τελικά δεν καταφέραμε να τις σώσουμε.
https://theuntold.gr/to-provlima-den-einai-oti-den-xeroume-ti-einai-i-gynaikoktonia-alla-oti-tin-anagnorizoume-panta-arga/