... 1 στις 3 γυναίκες κάποια στιγμή στη ζωή της θα αντιμετωπίσει σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική βία από τον σύντροφό της-1 στις 5 γυναίκες θα πέσει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού-Δεν είσαι η Μόνη...Δεν είσαι Μόνη....-24ωρη Γραμμή SOS 15900- Συμβουλευτικό Κέντρο Υποστήριξης Γυναικών Θυμάτων Βίας Δήμου Θηβαίων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Πέθανε η Γκλόρια Στάινεμ, εμβληματική μορφή του φεμινιστικού κινήματος

 

PA/ELOY ALONSO

Η Γκλόρια Στάινεμ, η δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτική ακτιβίστρια που εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του σύγχρονου φεμινισμού, πέθανε σε ηλικία 92 ετών, έχοντας αφιερώσει περισσότερο από μισό αιώνα στη διεκδίκηση της ισότητας και των δικαιωμάτων των γυναικών. Η Στάινεμ πέθανε την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, περιστοιχισμένη από ανθρώπους που την αγαπούσαν, σύμφωνα με την ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στον επίσημο λογαριασμό της στο Instagram. Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμα τονίστηκε ότι συνέχισε να αγωνίζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος της ζωής της, ενώ ως ένα από τα σημαντικότερα χαρίσματά της περιγράφηκε η ικανότητά της να ακούει τους ανθρώπους και να τους κάνει να αισθάνονται ότι η φωνή τους έχει αξία. Με τα χαρακτηριστικά γυαλιά αεροπόρου και τα μακριά μαλλιά με ξανθές ανταύγειες —μια εμφάνιση που η ίδια θεωρούσε επαναστατική για τη δεκαετία του 1970— έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού. Όμως πίσω από την εικόνα υπήρχε μια διαδρομή δεκαετιών που άλλαξε τόσο το περιεχόμενο όσο και τη γλώσσα με την οποία η αμερικανική κοινωνία συζητούσε για τις γυναίκες.

Η μάχη για την ισότητα ξεπέρασε κατά πολύ τον φεμινισμό

Η Στάινεμ διεκδίκησε ίση μεταχείριση και αμοιβή των γυναικών στην εργασία, το δικαίωμα στην άμβλωση, την πρόσβαση στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Αγωνίστηκε κατά της ενδοοικογενειακής βίας, του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, της βιομηχανίας πορνογραφίας και της θανατικής ποινής, ενώ αντιτάχθηκε στους πολέμους στο Βιετνάμ και στον Περσικό Κόλπο.Στη διάρκεια της ζωής της υποστήριξε επίσης το Black Lives Matter, προσπάθειες για την επανένωση της Κορέας, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και το κίνημα Time’s Up. Το 1984 συνελήφθη σε διαμαρτυρία κατά του απαρτχάιντ έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής στην Ουάσινγκτον. Βασική θέση στη σκέψη της ήταν ότι ο σεξισμός και ο ρατσισμός είναι αλληλένδετοι, καθώς θεωρούσε ότι οι ορατές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων χρησιμοποιούνται για να δημιουργούνται κατηγορίες «ανώτερων» και «κατώτερων» και να συντηρούνται κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.

Μια παιδική ηλικία χωρίς σταθερό σπίτι

Η Γκλόρια Στάινεμ γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1934 στο Τολέδο του Οχάιο. Ο πατέρας της, Λίο Στάινεμ, ήταν περιοδεύων πωλητής και η οικογένεια, μαζί με τη μητέρα της Ρουθ και τη μεγαλύτερη αδελφή της Σουζάν, περνούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα σε τροχόσπιτο, ταξιδεύοντας σε διαφορετικές περιοχές των ΗΠΑ.

Τα παιδικά της χρόνια ήταν δύσκολα. Όταν ήταν δέκα ετών, ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια και μετακόμισε στην Καλιφόρνια. Η Στάινεμ έμεινε με τη μητέρα της, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, δυσκολευόταν να εργάζεται σταθερά, νοσηλευόταν κατά περιόδους και υπέφερε από έντονες παραισθήσεις.

Οι συνθήκες ήταν τέτοιες ώστε η Γκλόρια δεν πήγε κανονικά σε σχολείο πλήρους φοίτησης μέχρι την ηλικία των 12 ετών. Αργότερα έλεγε ότι ποτέ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να αποκτήσει παιδιά, επειδή είχε ήδη νιώσει ότι είχε μεγαλώσει ένα παιδί: τη μητέρα της. Ζώντας μαζί της σε ένα φτωχικό σπίτι στο Τολέδο μετά τον χωρισμό των γονιών της, άρχισε παράλληλα να παρατηρεί τις διακρίσεις και την απαξίωση που αντιμετώπιζε η μητέρα της ως γυναίκα.

Η Ινδία και η πρώτη επαφή με τον ακτιβισμό από τη βάση

Το 1956 ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Smith College. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ταξίδεψε στην Ινδία με ερευνητική υποτροφία και παρέμεινε εκεί για περίπου δύο χρόνια. Κατά την παραμονή της ασχολήθηκε με διαφορετικές δραστηριότητες και ήρθε σε επαφή τόσο με τον νομικό χώρο όσο και με κοινωνικά κινήματα. Μεταξύ άλλων, βοήθησε γυναίκες σε χωριά να οργανώσουν μη βίαιες κινητοποιήσεις κατά κυβερνητικών πολιτικών. Αυτή η εμπειρία ενίσχυσε το ενδιαφέρον της για τον λεγόμενο grassroots ακτιβισμό, δηλαδή την πολιτική και κοινωνική δράση που οργανώνεται από τις ίδιες τις τοπικές κοινότητες.

Η σχέση με μια οργάνωση που χρηματοδοτούνταν από τη CIA

Μετά την επιστροφή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Στάινεμ ανέλαβε τη διεύθυνση της Independent Research Service. Η οργάνωση λειτουργούσε με χρηματοδότηση που συνδεόταν με τη CIA και στρατολογούσε Αμερικανούς φοιτητές για να αντιπαρατεθούν στη σοβιετική επιρροή στα Παγκόσμια Φεστιβάλ Νεολαίας της Βιέννης και του Ελσίνκι. Η ίδια παραδέχθηκε χρόνια αργότερα ότι γνώριζε την προέλευση της χρηματοδότησης. Δεν αποκήρυξε τη συμμετοχή της, υποστηρίζοντας ότι εάν βρισκόταν ξανά μπροστά στην ίδια επιλογή, θα έκανε το ίδιο.

Η πρώτη σοβαρή δημοσιογραφική ευκαιρία

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και προσπάθησε να δημιουργήσει καριέρα ως freelance δημοσιογράφος. Οι αίθουσες σύνταξης ήταν τότε σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενες και οι γυναίκες σπάνια αναλάμβαναν σοβαρά πολιτικά ή κοινωνικά ρεπορτάζ.

Το 1962 ο Κλέι Φέλκερ, εκδότης του Esquire, της ανέθεσε αυτό που εκείνη θεωρούσε την πρώτη πραγματικά σημαντική δημοσιογραφική εργασία της. Στο άρθρο «The Moral Disarmament of Betty Coed», με θέμα την αντισύλληψη, ανέλυσε το δίλημμα που επέβαλλε τότε η κοινωνία στις γυναίκες, οι οποίες καλούνταν ουσιαστικά να επιλέξουν ανάμεσα στην επαγγελματική σταδιοδρομία και στην οικογένεια.

Έγινε «κουνελάκι» του Playboy και αποκάλυψε τι συνέβαινε πίσω από τις πόρτες

Η μεγάλη δημοσιογραφική της αναγνώριση ήρθε έναν χρόνο αργότερα. Το 1963 εργάστηκε για 11 ημέρες με κρυφή ταυτότητα ως Playboy Bunny προκειμένου να καταγράψει τις πραγματικές συνθήκες εργασίας των γυναικών στα κλαμπ του Χιου Χέφνερ. Στην αίτηση χρησιμοποίησε το ψεύτικο όνομα Μαρί και δήλωσε ότι ήταν 24 ετών, παρότι στην πραγματικότητα ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη. Από τη στιγμή ακόμη που πήγε για συνέντευξη, είχε πάρει μια πρώτη γεύση από το περιβάλλον, όταν υπάλληλος ασφαλείας άρχισε να της φωνάζει «έλα, κουνελάκι».

Το ρεπορτάζ της, «A Bunny’s Tale», αποκάλυψε τις χαμηλές αποδοχές, τη σεξιστική συμπεριφορά και τη σωματική καταπόνηση που προκαλούσαν στις εργαζόμενες τα ψηλοτάκουνα και οι στενοί κορσέδες. Κατά τη διάρκεια των ημερών εκείνων έχασε περίπου 4,5 κιλά, με σχεδόν τα μισά να χάνονται, σύμφωνα με όσα είχε αφηγηθεί, μέσα σε μία μόνο νύχτα. Η προϊσταμένη της αντιμετώπισε την απώλεια βάρους ως θετικό γεγονός και στένεψε ακόμη περισσότερο τη στολή της, κατά περίπου πέντε εκατοστά.

Το ρεπορτάζ έκανε μεγάλη αίσθηση, αλλά δημιούργησε και ένα απρόσμενο πρόβλημα. Για αρκετό διάστημα οι εκδότες δυσκολεύονταν να την αντιμετωπίσουν ως σοβαρή δημοσιογράφο. Παρότι άρχισε να παίρνει αναθέσεις από μέσα όπως οι New York Times και το New York Magazine, αρκετά από τα θέματα που της έδιναν εξακολουθούσαν να αφορούν γυναικείες κάλτσες ή νέες τάσεις στα χτενίσματα. Η ίδια έλεγε δεκαετίες αργότερα ότι όσοι ήθελαν να την υποτιμήσουν εξακολουθούσαν να την παρουσιάζουν ως «πρώην Bunny». Από την άλλη, θεωρούσε σημαντικό ότι η έρευνά της συνέβαλε στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των συγκεκριμένων γυναικών.

Το άρθρο που την έκανε πρόσωπο του αμερικανικού φεμινισμού

Το 1968 ο Κλέι Φέλκερ την προσέλαβε στο New York Magazine. Εκεί άρχισε να ασχολείται συστηματικά με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και κυρίως με τα δικαιώματα των γυναικών. Το άρθρο της «After Black Power, Women’s Liberation» το 1969 της έδωσε πανεθνική αναγνωρισιμότητα και την ανέδειξε σε μια από τις κεντρικές προσωπικότητες του δεύτερου κύματος του φεμινισμού.

Η ίδια θυμόταν ότι ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε πολλούς άνδρες συναδέλφους. Όταν έγραψε για τις αμβλώσεις, ορισμένοι φίλοι και συνάδελφοί της την προειδοποίησαν να μην εμπλακεί με τις «τρελές γυναίκες», λέγοντάς της ότι είχε εργαστεί πολύ σκληρά για να κερδίσει επαγγελματικό κύρος. Εκείνη έκανε ακριβώς το αντίθετο.

Η άμβλωση στα 22 και η στιγμή που άλλαξε τη ζωή της

Η Στάινεμ είχε υποβληθεί σε άμβλωση στο Λονδίνο όταν ήταν 22 ετών, λίγο πριν ταξιδέψει στην Ινδία. Την εποχή εκείνη η άμβλωση ήταν παράνομη στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός εάν θεωρούνταν ότι κινδύνευε η σωματική ή ψυχική υγεία της γυναίκας. Ο γιατρός που τη βοήθησε, Dr John Sharpe, πήρε σημαντικό προσωπικό και επαγγελματικό ρίσκο.

Της ζήτησε δύο πράγματα: να μην αποκαλύψει ποτέ το όνομά του και να κάνει στη συνέχεια ό,τι πραγματικά ήθελε με τη ζωή της. Δεκαετίες αργότερα η Στάινεμ παραβίασε την πρώτη υπόσχεση για έναν συγκεκριμένο λόγο: αφιέρωσε στον γιατρό τα απομνημονεύματά της «My Life On The Road». Το 1969 παρακολούθησε στη Νέα Υόρκη δημόσια συγκέντρωση όπου γυναίκες μιλούσαν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους από αμβλώσεις. Η ίδια χαρακτήρισε αργότερα εκείνη την ημέρα ως μια στιγμή ξαφνικής συνειδητοποίησης. Ήταν, όπως υποστήριζε, η στιγμή που άρχισε πραγματικά η ζωή της ως ενεργής φεμινίστριας.

Η «αναπαραγωγική ελευθερία» μπήκε στον δημόσιο διάλογο

Η Στάινεμ άρχισε να μιλά συστηματικά για το δικαίωμα στην άμβλωση χρησιμοποιώντας τον όρο «αναπαραγωγική ελευθερία». Η συγκεκριμένη έκφραση βοήθησε να διευρυνθεί ο πολιτικός διάλογος πέρα από την ίδια την ιατρική πράξη και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στις συζητήσεις για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα.

Άρχισε παράλληλα να οργανώνει και να συμμετέχει σε πορείες. Η ειρωνεία ήταν ότι, παρά τη δημόσια εικόνα της, η ίδια φοβόταν πολύ τις ομιλίες μπροστά σε μεγάλα πλήθη και αργότερα τις περιέγραφε ως εμπειρία που της προκαλούσε απόλυτο τρόμο.

Η μάχη για το Equal Rights Amendment

Το 1970 κατέθεσε ενώπιον της Γερουσίας υπέρ του Equal Rights Amendment, της προτεινόμενης συνταγματικής τροπολογίας που αποσκοπούσε στην κατοχύρωση ίσων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από το φύλο.

Μπροστά σε ένα κυρίως ανδρικό ακροατήριο μίλησε για προσωπικές εμπειρίες διάκρισης, αναφέροντας ότι της είχαν αρνηθεί εξυπηρέτηση σε εστιατόρια, την είχαν απομακρύνει από δημόσιους χώρους και δεν της είχαν επιτρέψει να νοικιάσει ακίνητα αποκλειστικά επειδή ήταν γυναίκα. Το ERA εγκρίθηκε από το Κογκρέσο το 1972 και στάλθηκε στις πολιτείες προς επικύρωση, αλλά δεν συγκέντρωσε εγκαίρως τον απαιτούμενο αριθμό επικυρώσεων.

Το National Women’s Political Caucus

Το 1971 η Στάινεμ ήταν μεταξύ των γυναικών που ίδρυσαν το National Women’s Political Caucus, μαζί με άλλες ηγετικές προσωπικότητες του φεμινιστικού κινήματος και εκατοντάδες γυναίκες από ολόκληρες τις ΗΠΑ. Στόχος της οργάνωσης ήταν να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών σε κάθε επίπεδο της πολιτικής και δημόσιας ζωής. Καθώς το δεύτερο κύμα του φεμινισμού αποκτούσε μεγαλύτερη δυναμική, η Στάινεμ εξελισσόταν σε ένα από τα διασημότερα πρόσωπά του.

Το Ms. έφερε μια άλλη γυναικεία δημοσιογραφία

Στα τέλη του 1971 η Στάινεμ και μια ομάδα φεμινιστριών, δημοσιογράφων, συγγραφέων και ακτιβιστριών δημιούργησαν το Ms. Το περιοδικό σχεδιάστηκε ως εναλλακτική απέναντι στις γυναικείες εκδόσεις που επικεντρώνονταν κατά κύριο λόγο στη μόδα, την ομορφιά, το σπίτι και τη νοικοκυροσύνη. Η πρώτη δοκιμαστική έκδοση κυκλοφόρησε ως ένθετο του New York Magazine τον Δεκέμβριο του 1971 και το πρώτο αυτόνομο τεύχος ακολούθησε το 1972.

Πολλοί επικριτές, κυρίως άνδρες, ήταν πεπεισμένοι ότι το εγχείρημα θα αποτύγχανε. Ο γνωστός παρουσιαστής Harry Reasoner προέβλεψε ότι το περιοδικό θα άντεχε μόλις έξι μήνες, μέχρι οι γυναίκες του να «ξεμείνουν από πράγματα να πουν». Οι προβλέψεις αποδείχθηκαν λανθασμένες. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες και απέκτησε δεκάδες χιλιάδες συνδρομητές. Το Ms. εξακολουθεί να κυκλοφορεί και σήμερα, έχοντας εξελιχθεί σε ένα από τα ιστορικότερα μέσα φεμινιστικής δημοσιογραφίας.

Η Wonder Woman και το «Αν οι άνδρες είχαν περίοδο»

Στο εξώφυλλο του πρώτου αυτόνομου τεύχους εμφανιζόταν η Wonder Woman, με το περιοδικό να ζητά ουσιαστικά να επιστρέψει η ηρωίδα στις φεμινιστικές της ρίζες. Το 1978 η Στάινεμ δημοσίευσε στο Ms. ένα από τα γνωστότερα σατιρικά δοκίμιά της, το «If Men Could Menstruate» — «Αν οι άνδρες είχαν περίοδο». Στο κείμενο φανταζόταν πώς θα διαμορφώνονταν η πολιτική, η οικονομία, η κοινωνία και οι σχέσεις εξουσίας αν η έμμηνος ρύση αφορούσε τους άνδρες. Δεκαετίες μετά, το κείμενο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε συζητήσεις για τους έμφυλους ρόλους και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες προσδίδουν αξία ή στίγμα σε βιολογικά χαρακτηριστικά ανάλογα με το φύλο.

Η Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ και η κοινή τους παρουσία

Ιδιαίτερα σημαντική στη δημόσια διαδρομή της Στάινεμ ήταν η σχέση της με την Αφροαμερικανίδα ακτιβίστρια Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ. Οι δύο γυναίκες περιόδευαν μαζί στις Ηνωμένες Πολιτείες, μιλώντας για τον φεμινισμό, τον ρατσισμό και τις κοινωνικές ανισότητες.

Η Πίτμαν Χιουζ, περισσότερο εξοικειωμένη με τις δημόσιες ομιλίες, βοήθησε τη Στάινεμ να αντιμετωπίσει τον φόβο της απέναντι στο κοινό. Μια φωτογραφία τους με υψωμένες γροθιές έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της διαφυλετικής συμμαχίας μέσα στο αμερικανικό φεμινιστικό κίνημα.

Εννέα βιβλία και μια ζωή στη δημοσιογραφία

Στη διάρκεια της καριέρας της η Στάινεμ έγραψε εννέα βιβλία και εκατοντάδες άρθρα. Στα έργα της περιλαμβάνονται τα απομνημονεύματά της, βιβλίο για τη Μέριλιν Μονρόε και συλλογή χαρακτηριστικών φράσεών της με τον ειρωνικό τίτλο «The Truth Will Set You Free, But First It Will Piss You Off».

Η δημοσιογραφία παρέμεινε στον πυρήνα της δράσης της. Για εκείνη, ο φεμινισμός δεν ήταν μόνο πολιτικό σύνθημα, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να τίθενται ερωτήματα και να ακούγονται εμπειρίες που τα κυρίαρχα μέσα συχνά αγνοούσαν.

Οι αντιπαραθέσεις γύρω από τα τρανς δικαιώματα

Παρότι υποστήριξε τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα και τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, η Στάινεμ δέχθηκε κριτική για κείμενο που είχε γράψει το 1977 σχετικά με τα τρανς άτομα. Το 2013 επανήλθε στο θέμα, υποστηρίζοντας ότι αποσπάσματα του παλιού της κειμένου είχαν απομονωθεί από την εποχή και το ιστορικό τους πλαίσιο.

Σε άρθρο της ξεκαθάρισε ότι τα τρανς άτομα, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν προχωρήσει σε φυλομετάβαση, ζουν πραγματικές και αυθεντικές ζωές, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται σεβαστές και όχι να τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Η Μόνικα Λεβίνσκι και η θέση που αργότερα αναθεώρησε

Ένα ακόμη σημείο έντονης κριτικής ήρθε το 1998. Σε άρθρο στους New York Times, η Στάινεμ υπερασπίστηκε σε σημαντικό βαθμό τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον μετά την αποκάλυψη της σχέσης του με την τότε 22χρονη ασκούμενη Μόνικα Λεβίνσκι.

Υποστήριζε τότε ότι ακόμη και αν οι καταγγελίες ήταν αληθινές, δεν θεωρούσε πως οι πράξεις που περιγράφονταν συνιστούσαν σεξουαλική παρενόχληση. Το 2017 αναγνώρισε ότι δεν θα έγραφε πλέον το ίδιο κείμενο με τον ίδιο τρόπο.

                EPA/ALI HAIDER

EPA/ALI HAIDER

Δεν την επέκριναν μόνο οι συντηρητικοί

Οι αντιδράσεις απέναντι στη Στάινεμ προέρχονταν τόσο από τη Δεξιά όσο και από άλλες τάσεις του ίδιου του φεμινιστικού κινήματος. Ορισμένοι τη θεωρούσαν «υπερβολικά λαμπερή» για να αποτελεί γνήσια φεμινιστική φωνή, ενώ άλλοι ισχυρίζονταν ότι η επιτυχία της οφειλόταν στην εμφάνισή της.

Η Betty Friedan, συγγραφέας του «The Feminine Mystique», ενός βιβλίου που συνδέθηκε καθοριστικά με το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, ενοχλήθηκε από τη μετατροπή της Στάινεμ σε δημόσιο πρόσωπο του κινήματος. Την κατηγόρησε μάλιστα ότι με το Ms. αξιοποιούσε το κίνημα για προσωπικό κέρδος και υποστήριξε ότι τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούσαν να τη μετατρέψουν σε celebrity.

Ακόμη και ο Νίξον εξοργιζόταν μαζί της

Η Στάινεμ είχε φτάσει να απασχολεί ακόμη και τον Λευκό Οίκο. Ο τότε πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον καταγράφηκε σε ιδιωτική συνομιλία να ξεσπά εναντίον της.

Η απάντησή της ήταν χαρακτηριστική του σαρκαστικού της ύφους: σχολίασε ότι υπήρχε η άποψη πως ο Νίξον ήταν ο πιο «σεξουαλικά ανασφαλής αρχηγός κράτους μετά τον Ναπολέοντα».

Της δημοσίευσαν το τηλέφωνο σε ψεύτικες σεξουαλικές αγγελίες

Η παρενόχληση που δέχθηκε δεν περιοριζόταν στην πολιτική κριτική. Ο Al Goldstein, διαβόητος πορνογράφος και εκδότης του περιοδικού Screw, εξαπέλυσε εναντίον της εκστρατεία χυδαίων προσωπικών επιθέσεων.

Μεταξύ άλλων, δημοσίευσε τον αριθμό τηλεφώνου της δίπλα σε ψεύτικες αγγελίες για σεξουαλικές υπηρεσίες. Δημοσίευσε επίσης άσεμνη εικόνα γυναίκας που έμοιαζε με τη Στάινεμ και την τοποθέτησε σε κοινή θέα στο περίπτερο έξω από το κτίριο όπου στεγάζονταν τα γραφεία του Ms. Η Στάινεμ ήταν αναγκασμένη να περνά καθημερινά μπροστά από την εικόνα.

EPA/CJ GUNTHER

EPA/CJ GUNTHER

Με την πάροδο των χρόνων η ακραία παρενόχληση περιορίστηκε, αλλά ως ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο πρόσωπο στη Νέα Υόρκη εξακολουθούσε να δέχεται συχνά προσεγγίσεις από αγνώστους που ήθελαν να αντιπαρατεθούν μαζί της.

Υπερασπίστηκε ακόμη και τον διάλογο με όσους διαφωνούσε

Παρά τις επιθέσεις που είχε δεχθεί, η Στάινεμ δεν υποστήριζε τη φίμωση όσων διαφωνούσαν μαζί της. Το 2020 ήταν ανάμεσα στα δημόσια πρόσωπα που υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή κατά της λεγόμενης cancel culture, θεωρώντας ότι η απομάκρυνση ανθρώπων από τον δημόσιο διάλογο αποδυναμώνει την ουσιαστική αντιπαράθεση ιδεών.

Η θέση της ήταν ότι εάν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για μια συζήτηση, θα πρέπει να προσπαθεί με ανθρώπινο τρόπο να πείσει τον άλλον και όχι απλώς να επιδιώκει να τον εξαφανίσει από αυτή.

«Δεν μπορώ να ζευγαρώσω σε αιχμαλωσία»

Για δεκαετίες η Στάινεμ ήταν γνωστή και για την κριτική της στον παραδοσιακό θεσμό του γάμου. Είχε μάλιστα αστειευτεί λέγοντας ότι «δεν μπορεί να ζευγαρώσει σε αιχμαλωσία». Η προσωπική της ζωή υπήρξε συχνά αντικείμενο δημοσιότητας και κριτικής.

Μεταξύ των ανδρών με τους οποίους είχε σχέσεις αναφέρονταν ο Frank Thomas, επικεφαλής του Ford Foundation, ο σκηνοθέτης Mike Nichols και ο ολυμπιονίκης του δεκάθλου Rafer Johnson, ο οποίος είχε βοηθήσει στην ακινητοποίηση του άνδρα που δολοφόνησε τον Robert F. Kennedy το 1968.

Η ίδια είχε γράψει ότι συχνά την κατηγορούσαν πως «χρησιμοποιούσε τους άνδρες» ή πως ήταν υπερβολικά σεξουαλική. Κάποτε κάποιος της έστειλε ακόμη και σκίτσο μιας ταφόπλακας στην οποία αναγραφόταν ότι «επιτέλους κοιμάται μόνη».

Παντρεύτηκε στα 66 και εξήγησε γιατί είχε αλλάξει γνώμη

Το 2000, σε ηλικία 66 ετών, η Στάινεμ εξέπληξε αρκετούς υποστηρικτές της όταν παντρεύτηκε τον νοτιοαφρικανικής καταγωγής επιχειρηματία και περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ, πατέρα του ηθοποιού Κρίστιαν Μπέιλ. Ο γάμος προκάλεσε ακόμη και απογοήτευση σε ορισμένες φεμινίστριες που είχαν παρακολουθήσει για χρόνια την κριτική της απέναντι στον θεσμό.

Η Στάινεμ εξηγούσε ότι αυτό που είχε αλλάξει δεν ήταν τόσο η ίδια όσο οι νόμοι. Όπως έλεγε, εάν είχε παντρευτεί όταν η κοινωνία περίμενε να παντρευτεί μια γυναίκα της γενιάς της, θα μπορούσε να χάσει το όνομά της, τη νομική κατοικία της, την πιστοληπτική της ικανότητα και σειρά άλλων δικαιωμάτων.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, θεωρούσε πλέον ότι ένας πραγματικά ισότιμος γάμος ήταν δυνατός. Παραδεχόταν επίσης με χιούμορ ότι υπήρχε και πρακτικός λόγος, επειδή η αμερικανική βίζα του Μπέιλ πλησίαζε στη λήξη της, χαρακτηρίζοντάς τον κάποτε «γάμο για πράσινη κάρτα».

Τόνιζε, όμως, ότι οι δυο τους αγαπιούνταν και θα έμεναν μαζί ανεξάρτητα από αυτό. Ο Ντέιβιντ Μπέιλ πέθανε τρία χρόνια αργότερα από λέμφωμα στον εγκέφαλο. Η Στάινεμ παρέμεινε στη συνέχεια κοντά στον θετό γιο της, Κρίστιαν Μπέιλ.

Ο καρκίνος του μαστού και η νευραλγία

Η ίδια αντιμετώπισε σοβαρές περιπέτειες υγείας. Το 1986 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και υποβλήθηκε σε ογκεκτομή. Το 1994 διαγνώστηκε με νευραλγία του τριδύμου, μια πάθηση που μπορεί να προκαλεί ιδιαίτερα έντονο πόνο στην περιοχή του προσώπου. Παρά τα προβλήματα υγείας, συνέχισε να γράφει, να ταξιδεύει και να συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο διάλογο.

Έμαθε ακόμη και κλακέτες

Παρά την εικόνα της ακούραστης πολιτικής ακτιβίστριας, υπήρχαν και λιγότερο γνωστές πλευρές της ζωής της. Στη διάρκεια της ζωής της έμαθε, μεταξύ άλλων, να χορεύει κλακέτες. Το 2024, όταν συμπλήρωσε τα 90 χρόνια της, ζούσε μόνη στη Νέα Υόρκη και εξέφραζε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι το Ms. Magazine εξακολουθούσε να εκδίδεται περισσότερο από μισό αιώνα μετά τη δημιουργία του.

Με αφορμή τα γενέθλιά της είχε πει στο BBC ότι θα ήθελε η κληρονομιά της να βοηθήσει μεμονωμένους ανθρώπους να γίνουν περισσότερο ο μοναδικός, πολύτιμος και αγαπητός άνθρωπος που οι ίδιοι επιθυμούν να είναι.

«Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100»

Το 2011 η Γκλόρια Στάινεμ είχε δηλώσει ότι ήθελε να ζήσει μέχρι τα 100, επειδή υπήρχαν ακόμη τόσα πολλά που έπρεπε να γίνουν. Έφτασε στα 92. Μέχρι τότε, όμως, είχε ήδη συμβάλει στην αλλαγή μιας ολόκληρης κοινωνικής και πολιτικής γλώσσας.

Έφερε στο προσκήνιο ιστορίες γυναικών που τα παραδοσιακά μέσα είτε δεν μπορούσαν είτε δεν ήθελαν να ακούσουν, αμφισβήτησε αντιλήψεις για την εργασία, τον γάμο, τη σεξουαλικότητα και τη μητρότητα και βοήθησε ζητήματα που κάποτε θεωρούνταν «ιδιωτικά» να γίνουν πολιτικά. Η κληρονομιά της δεν βρίσκεται μόνο στις οργανώσεις που δημιούργησε, στα βιβλία και στα άρθρα που έγραψε ή στο περιοδικό που εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Βρίσκεται και στο γεγονός ότι γενιές γυναικών απέκτησαν διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουν την ανισότητα που βίωναν — και, μαζί με αυτές τις λέξεις, περισσότερα εργαλεία για να την αμφισβητήσουν.

Πηγή: BBC


https://popaganda.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: