... 1 στις 3 γυναίκες κάποια στιγμή στη ζωή της θα αντιμετωπίσει σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική βία από τον σύντροφό της-1 στις 5 γυναίκες θα πέσει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού-Δεν είσαι η Μόνη...Δεν είσαι Μόνη....-24ωρη Γραμμή SOS 15900- Συμβουλευτικό Κέντρο Υποστήριξης Γυναικών Θυμάτων Βίας Δήμου Θηβαίων

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Από τις «γυναίκες» στο «φύλο»

feministria

Της Άννας Βουγιούκα*
Στο Δεύτερο Φύλο (1949), ένα καταστατικό κείμενο της φεμινιστικής σκέψης, η Simone de Beauvoir, γράφει ότι «καμιά βιολογική, ψυχολογική ή οικονομική μοίρα δεν προσδιορίζει τη θέση που κατέχει σήμερα στην κοινωνία το ανθρώπινο θηλυκό. Είναι ο πολιτισμός σαν σύνολο που παράγει αυτό το πλάσμα, κάτι ανάμεσα σε αρσενικό και ευνούχο, που ονομάζεται θηλυκό». Με άλλα λόγια, «δεν γεννιέσαι γυναίκα, αλλά γίνεσαι». Και συνεχίζει, «ο Άνδρας ορίζεται ως Εαυτός, ως υποκείμενο και ουσιαστικό ον του δυτικού κόσμου, ενώ η Γυναίκα ορίζεται ως ο Άλλος, ως αντικείμενο και αυτό που δεν είναι ο Άνδρας».
Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των φεμινιστριών από τη «γυναίκα» στο «φύλο» ξεκινάει τη δεκαετία του ‘70, αρχικά με την αποτύπωση «των εμπειριών των γυναικών» και τη συγκρότηση θεωρητικών εργαλείων για την κατανόηση της καταπίεσης των γυναικών και στη συνέχεια με τη ριζική αναθεώρηση των καθιερωμένων μοντέλων ανάλυσης και έρευνας, και κορυφώνεται τη δεκαετία του ’90 με μια σειρά ανατροπές στη φεμινιστική σκέψη και κριτική ανάλυση.
Η θεωρητικός που προκαλεί πραγματική αναταραχή στα δεδομένα της φεμινιστικής σκέψης, καλώντας σε ριζική αναθεώρηση στις θεμελιώδεις ουσιοκρατικές παραδοχές για το σώμα, τη σεξουαλικότητα και την έμφυλη διαφορά, είναι η Judith Bulter με το “Αναταραχή Φύλου” (Gender Trouble, 1990). Στη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου και οι δύο κατηγορίες (sex/gender) είναι πολιτισμικά διαμορφωμένες. Δεν συνιστούν αντιθετικές κατασκευές, ούτε και έμφυλες διχοτομικές ταυτότητες. Το φύλο (gender), περισσότερο από το να είναι κοινωνικά κατασκευασμένο, είναι επιτελεστικό. Δεν είναι ούτε ένα ουσιαστικό, ούτε μια σειρά από ελεύθερες, ρευστές ιδιότητες, διότι το ουσιαστικό περιεχόμενό του παράγεται επιτελεστικά και υποχρεωτικά μέσα από κανονιστικές πρακτικές Είναι «πράττειν» (doing) και όχι «είναι». Δεν εκφράζει το ποια/ποιος είσαι, αλλά τι πράττεις.
Στα σημερινά συμφραζόμενα η εμβληματική ρήση «γυναίκα γίνεσαι» μπορεί να νοηματοδοτηθεί ως μια διαρκώς ανοιχτή και διαπραγματεύσιμη διαδικασία, σε συνεχή αλληλεπίδραση με τις υφιστάμενες πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Το φύλο μας εκφράζεται με έναν επαναλαμβανόμενο τρόπο, επαναδημιουργείται και ενσωματώνεται στην κοινωνική συνείδηση. Όπως μας δίδαξε και η Butler, το φύλο μας δεν εκφράζει ποιες είμαστε, αλλά τι πράττουμε στο δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο. Και «πράττουμε το φύλο μας» μέσα από κανονιστικά στερεότυπα, από τα οποία δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε, επιλογές που μπορούμε να κάνουμε, σημασίες και νοήματα που αντανακλούν αυτές οι επιλογές.
Σύγχρονα φεμινιστικά προτάγματα
Αν αυτό είναι το πλαίσιο, ποια είναι τα φεμινιστικά προτάγματα στα χρόνια της διαρκούς και κανονικοποιημένης καπιταλιστικής κρίσης, η οποία συστηματικά παράγει τον αποκλεισμό, την πειθάρχηση και τη γυμνή ζωή;
Το πρώτο πρόταγμα είναι να θυμηθούμε και πάλι τι είναι και τι μας παρέχει ο Φεμινισμός. Να φέρουμε και πάλι στο προσκήνιο το γεγονός ότι ο Φεμινισμός, συναρθρώνοντας την πολιτική σκέψη και την πολιτική πράξη, θέτει ως στόχο την κριτική εξέταση των σχέσεων εξουσίας μεταξύ των έμφυλων υποκειμένων και την υπέρβαση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών και των ιδεολογιών που εγκαθιδρύουν και νομιμοποιούν τους κοινωνικούς περιορισμούς και αποκλεισμούς της γυναικείας υποκειμενικότητας (Αθανασίου, 2006).1 Ειδικά σήμερα που η μονιμοποίηση της κρίσης συντελείται ταυτόχρονα με τη συντηρητικοποίηση και αναδίπλωση της κοινωνίας προς πιο στερεοτυπικά πρότυπα για τους έμφυλους ρόλους και μια δυσανεξία ή και εχθρότητα απέναντι στις φεμινιστικές διεκδικήσεις, έχει σημασία να είμαστε και να δηλώνουμε ευθαρσώς πως είμαστε φεμινίστριες, και πως αγωνιζόμαστε για τα δικαιώματά μας.
Το δεύτερο πρόταγμα είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι κατακτήσεις του φεμινιστικού κινήματος είναι αναστρέψιμες και εύθραυστες απέναντι στις νεοφιλελεύθερες, ακροδεξιές, πατριαρχικές και βαθειά συντηρητικές επιθέσεις. Επομένως, ο Φεμινισμός έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση όσων συμβαίνουν και την κατάρριψη των μύθων σχετικά με την εκπλήρωση της (τυπικής/νομικής) ισότητας των φύλων και την απόσυρση των φεμινιστριών στα «του οίκου τους». Το αποδεικνύει καθημερινά σχεδόν η σύγχρονη ιστορία σε όλα τα πεδία των φεμινιστικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων των γυναικών (ειδικά όσων ανήκουν σε ευάλωτες και κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες), τα οποία παραβιάζονται ή περιστέλλονται και όταν ακόμα είναι θεσμικά κατοχυρωμένα. Η ισότητα δεν έχει κατακτηθεί, ενώ και όσα έχουν κατακτηθεί είναι διαπραγματεύσιμα. Όχι με τον ίδιο τρόπο για όλες τις γυναίκες, όχι με τον ίδιο τρόπο παντού. Διότι ας μην ξεχνούμε ότι το φύλο εξαρτάται, συνδιαμορφώνεται και αλληλοδιαπλέκεται, με άλλες διαστάσεις της ταυτότητας (κοινωνική τάξη, ηλικία, σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα φύλου, θρησκεία, πολιτότητα, εκπαίδευση, καταγωγή, κ.λπ.), που επίσης αποτελούν βάση για ανισότητες και πολλαπλές διακρίσεις.
Το πρόταγμα αυτό αφορά επίσης την ανάγκη ανάδειξης των έμφυλων ανισοτήτων και επιπτώσεων της λιτότητας, που εμμένουν και εδραιώνονται ακόμη περισσότερο μέσω της επισφάλειας, των νέων μορφών διακρίσεων και των μη υλικών όψεων της κρίσης (όπως είναι η κανονιστική βία και τα κοινωνικά πρότυπα για τους αρμόζοντες ρόλους των έμφυλων υποκειμένων). Τέλος, αφορά τα νέα ερωτήματα για τη σχέση πολιτικής και φύλου, εξουσίας, εμπρόθετης δράσης και αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική ατζέντα της λιτότητας, από τη σκοπιά του φεμινιστικού κινήματος και των τοπικών και διαθεματικών κινημάτων για τα δικαιώματα των γυναικών.
Το τρίτο πρόταγμα, είναι να σκεφτούμε πώς η φεμινιστική κριτική σκέψη και δράση μπορούν να συμβάλλουν στην αμφισβήτηση της άποψης περί της εξαφάνισης του φεμινισμού ή της ενσωμάτωσής του στο νεοφιλελευθερισμό. Ειδικά τώρα που παρατηρείται μια αναζωπύρωση του φεμινισμού μέσω της αξιοποίησης ποικίλων παραδοσιακών και μη μορφών κινητοποίησης, διαμαρτυρίας και αντίστασης στην Ελλάδα και διεθνώς. Οι ΜΚΟ, τα κοινωνικά κινήματα και τα συνδικάτα αναπτύσσουν νέους τρόπους οργάνωσης για την υπεράσπιση της δημοκρατικής λογοδοσίας και οι γυναίκες διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο σε πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες. Παράλληλα, η αυτοργάνωση των γυναικών έχει συμβάλλει στην κυριολεκτική και μεταφορική δημιουργία χώρων όπου οι γυναίκες μπορούν να αρθρώσουν τις διεκδικήσεις τους και να χαράξουν στρατηγικές. Οι χώροι αυτοί σε πολλές περιπτώσεις διασυνδέονται με την πολιτικοποίηση των γυναικών και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους. Οι δικτυώσεις και οι διαθεματικές μορφές οργάνωσης διευρύνουν τις προοπτικές πολιτικής συμμετοχής και αναπτύσσουν νέες μορφές φεμινιστικών και πολιτικών πρακτικών σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.
Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα
Το ερώτημα είναι κατά πόσον μπορεί και στην Ελλάδα του σήμερα να συγκροτηθεί ένα φεμινιστικό πολιτικό υποκείμενο που θα καθιστά ορατό το φύλο, δημιουργώντας το ίδιο τον αναγκαίο δημόσιο χώρο έκφρασης και δράσης, μέσα από συμμαχίες και μορφές συνύπαρξης που ξεπερνούν τις καθιερωμένες κατηγοριοποιήσεις για την ταυτότητα και την διαφορά. Ένα ερώτημα που παράλληλα συνδέεται με το ανοιχτό αιτούμενο για την αυτονομία του φεμινιστικού κινήματος ή την «πρακτική της μη ανάμειξης», σύμφωνα με την Delphy (2014)2, που την θεωρεί απολύτως αναγκαία. Καταρχάς, διότι οι άνδρες δεν έχουν το ίδιο (αντικειμενικό και υποκειμενικό) ενδιαφέρον να αγωνιστούν για την απελευθέρωση των γυναικών. Κυρίως, όμως, επειδή οι καταπιεσμένες θα πρέπει να ορίσουν οι ίδιες την καταπίεσή τους, και άρα τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους στόχους για την απελευθέρωσή τους.
Αν η πρόκληση για την Αριστερά και το ριζοσπαστικό αριστερό φεμινισμό, είναι η υπεράσπιση και ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας, τότε εκτός από ένα εναλλακτικό σχέδιο πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, απαιτείται και ένα εναλλακτικό σύστημα αξιών, αναπόσπαστο μέρος του οποίου θα είναι και η ριζοσπαστική φεμινιστική ατζέντα.
*Κοινωνική επιστήμονας/ερευνήτρια – μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου ΣΥΡΙΖΑ
1. Αθανασίου Αθηνά (επιμ.) (2006) Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Νήσος.
2. Delphy Christine (2014) «Ο μεγάλος μύθος της ισότητας». Αρχείο Monde diplomatique, Μάρτιος 2014. http://monde-diplomatique.gr/?p=2481
http://epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: